Μια μητέρα έφτασε στη Ρώμη για να βρίσκεται δίπλα στην κόρη της, η οποία μεταφέρθηκε αεροπορικώς στην Ιταλία σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση.
Όμως, ενώ το παιδί της είχε ήδη οδηγηθεί με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο, εκείνη βρέθηκε μόνη, νύχτα, σε μια ξένη πόλη, χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα και χωρίς να ξέρει πώς θα φτάσει κοντά του.
Για τρεις ώρες, το τηλέφωνο έμεινε ανοιχτό. Στην άλλη άκρη της γραμμής, η Εύη Βέρρη προσπαθούσε να την καθοδηγήσει βήμα προς βήμα, να συνεννοηθεί με τους ανθρώπους του αεροδρομίου, με τον οδηγό ταξί και τελικά με το νοσοκομείο, ώστε η μητέρα να φτάσει με ασφάλεια στο πλευρό της κόρης της.
Την περιπέτεια αυτή περιέγραψε η Εύη Βέρρη σε συνέντευξή της στον ΔΥΤΙΚΑ FM, στις 19 Οκτωβρίου 2026, μιλώντας στη Δήμητρα Λαοπόδη. Πίσω από την ανακούφιση για την ολοκλήρωση της μεταφοράς, ανέδειξε μια σειρά από ερωτήματα για τη διαχείριση των περιστατικών που χρειάζονται μεταμόσχευση, αλλά και για τη στήριξη των οικογενειών τους όταν αναγκάζονται να ταξιδέψουν στο εξωτερικό.
Από την αγωνία της αναμονής στην αεροδιακομιδή
Η επικοινωνία της οικογένειας της Μαρίας με την Εύη Βέρρη ξεκίνησε μετά την επιστροφή της από την Ιταλία, τον περασμένο Απρίλιο. Όπως εξήγησε, άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας ή έχουν ανάγκη από καθοδήγηση απευθύνονται σε εκείνη, έχοντας ακούσει την ιστορία του Μάριου και τη δική της εμπειρία.
Η ίδια περιέγραψε την κατάσταση της νεαρής κοπέλας ως ιδιαίτερα σοβαρή και υποστήριξε ότι, όταν η κατάσταση ενός ασθενούς επιδεινώνεται σε τέτοιο βαθμό, δεν υπάρχουν περιθώρια για αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.
«Πρέπει να το πει το νοσοκομείο, πρέπει να το πει η υπεύθυνη που είναι εκεί», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι η δική της άποψη δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ευθύνη των αρμόδιων υγειονομικών υπηρεσιών.
Η μεταφορά της Μαρίας στην Ιταλία έγινε τελικά το βράδυ της προηγούμενης ημέρας. Για την οικογένεια, ωστόσο, η αεροδιακομιδή δεν σήμανε και το τέλος της αγωνίας.
Τρεις ώρες στο τηλέφωνο για να φτάσει μια μητέρα στο παιδί της
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, στις 00:25, η μητέρα της Μαρίας τηλεφώνησε στην Εύη Βέρρη. Το αεροπλάνο είχε προσγειωθεί, το ασθενοφόρο είχε παραλάβει τη νεαρή ασθενή και η μητέρα είχε μείνει μόνη στο αεροδρόμιο.
Δεν μιλούσε ούτε ιταλικά ούτε αγγλικά. Δεν γνώριζε πού έπρεπε να κατευθυνθεί, ενώ η αγωνία της για την κατάσταση της κόρης της έκανε κάθε επόμενο βήμα ακόμη δυσκολότερο.
Η Εύη Βέρρη ανέλαβε να συντονίσει από απόσταση την προσπάθεια να φτάσει στο νοσοκομείο. Επικοινώνησε με εργαζομένους του αεροδρομίου, εξήγησε τη δυσκολία της μητέρας και στη συνέχεια μίλησε με τον οδηγό ταξί που τη μετέφερε.
«Εγώ μίλησα τρεις ώρες συνεχόμενα», είπε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την προσπάθεια να παραμείνει η γυναίκα σε επικοινωνία μαζί της μέχρι να φτάσει με ασφάλεια στον προορισμό της.
Καθοριστική αποδείχθηκε η στάση του οδηγού ταξί, ο οποίος, σύμφωνα με την περιγραφή της, δεν την εγκατέλειψε όταν έφτασαν στο νοσοκομείο. Προσπάθησε να βρει τη σωστή είσοδο, αναζήτησε τον αρμόδιο φύλακα και συνέχισε να βοηθά, μέχρι να εντοπιστεί το τμήμα όπου νοσηλευόταν η Μαρία.
Η μητέρα δεν γνώριζε καν με βεβαιότητα αν είχε φτάσει στη σωστή μονάδα. Η επικοινωνία με το προσωπικό γινόταν μέσω της Εύης Βέρρη, η οποία προσπαθούσε να μεταφέρει τις πληροφορίες και να εξηγήσει τι συνέβαινε.
Και όταν τελικά βρέθηκε το τμήμα, προέκυψε ακόμη ένα εμπόδιο: έλειπαν έγγραφα που χρειάζονταν για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εισαγωγής. Μέσα στη νύχτα, η αναζήτηση των δικαιολογητικών και η προσπάθεια συνεννόησης συνεχίστηκαν, μέχρι να εντοπιστεί το έγγραφο που ζητούσαν.
Η μητέρα κατάφερε τελικά να βρεθεί κοντά στην κόρη της. Επειδή δεν είχε πού να μείνει, το νοσοκομείο δέχθηκε να τη φιλοξενήσει προσωρινά στο δωμάτιο της Μαρίας, προσφέροντάς της μια πολυθρόνα για να περάσει τη νύχτα.
«Ένα ελληνικό κράτος ανύπαρκτο»
Για την Εύη Βέρρη, η περιπέτεια αυτή δεν αποτελεί απλώς μια δύσκολη προσωπική ιστορία. Είναι ένα περιστατικό που, όπως υποστηρίζει, αναδεικνύει τα κενά στην οργάνωση της κρατικής μέριμνας για ασθενείς και συνοδούς που μεταφέρονται στο εξωτερικό.
Το βασικό της ερώτημα είναι γιατί, ενώ οργανώνεται η μεταφορά ενός βαριά ασθενούς σε νοσοκομείο άλλης χώρας, δεν εξασφαλίζεται παράλληλα η αναγκαία υποστήριξη για τον άνθρωπο που τον συνοδεύει.
«Δεν μπορείς να αφήνεις τον άλλον στο έλεος», ανέφερε, θέτοντας το ζήτημα της συνδρομής των ελληνικών διπλωματικών και προξενικών αρχών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για επείγοντα περιστατικά και οικογένειες που βρίσκονται σε κατάσταση απόλυτης ψυχικής πίεσης.
Όπως σημείωσε, θα έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη για τη μετάβαση του συνοδού από το αεροδρόμιο στο νοσοκομείο, για την επικοινωνία με τους αρμόδιους φορείς, αλλά και για την εξεύρεση προσωρινής διαμονής όταν αυτό είναι αναγκαίο.
«Το αυτονόητο στην Ελλάδα έχει γίνει ζητούμενο», ήταν η χαρακτηριστική της αποστροφή.
Η ίδια εξέφρασε την ελπίδα να υπάρξει παρέμβαση από κάποιον αρμόδιο φορέα, ώστε να διασφαλιστεί ότι η μητέρα της Μαρίας θα έχει την απαραίτητη υποστήριξη κατά την παραμονή της στην Ιταλία. Παράλληλα, ανέφερε ότι επικοινώνησε με εκπρόσωπο της ελληνικής εκκλησίας στη Ρώμη, ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον να βοηθήσει.
Η ανάγκη για έρευνα και απαντήσεις
Η Εύη Βέρρη κάλεσε τους δημοσιογράφους να διερευνήσουν συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι ασθενείς με σοβαρές παθήσεις του ήπατος, τόσο ως προς τις συνθήκες νοσηλείας τους όσο και ως προς τον χρόνο που απαιτείται για να προχωρήσουν σε μεταμόσχευση.
Ειδική αναφορά έκανε στην ανάγκη οι ασθενείς σε βαριά κατάσταση να νοσηλεύονται σε κατάλληλους χώρους, με τις προϋποθέσεις φροντίδας και ασφάλειας που απαιτεί η κατάστασή τους.
Ζήτησε, επίσης, να αναληφθούν πρωτοβουλίες από την πολιτεία και να τοποθετηθούν δημόσια οι πολιτικοί όλων των παρατάξεων, καθώς, όπως τόνισε, η ευθύνη για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών δεν μπορεί να περιορίζεται σε μεμονωμένα πρόσωπα.
«Πρέπει να αρχίσει πραγματικά μια μεγάλη δημοσιογραφική έρευνα, μήπως και αλλάξει κάτι», σημείωσε.
Ο Μάριος στην Πάτρα και μια επέτειος που παραμένει ανοιχτή πληγή
Στο τέλος της συνέντευξης, η συζήτηση επέστρεψε στον Μάριο, του οποίου η περιπέτεια είχε συγκινήσει το κοινό και είχε οδηγήσει πολλούς ανθρώπους να αναζητήσουν τη βοήθεια της Εύης Βέρρη.
Όπως είπε, ο Μάριος βρίσκεται στην Πάτρα, φοιτά στο πανεπιστήμιο και συνεχίζει τις θεραπείες του για το κινητικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Η πορεία του, σύμφωνα με την ίδια, είναι πολύ καλή.
Ωστόσο, η 16η Νοεμβρίου, ημερομηνία που συνδέεται με το δικό της ταξίδι, εξακολουθεί να της θυμίζει όσα έζησε και όσα, όπως πιστεύει, δεν έχουν αλλάξει όσο θα έπρεπε.
Η μαρτυρία της για τη Μαρία φέρνει ξανά στο προσκήνιο μια πλευρά των μεταμοσχεύσεων που συχνά μένει έξω από τη δημόσια συζήτηση: την αγωνία των γονιών, την αβεβαιότητα ενός ταξιδιού στο εξωτερικό και την ανάγκη να υπάρχει ένας οργανωμένος μηχανισμός υποστήριξης, όχι μόνο για τον ασθενή αλλά και για την οικογένειά του.
Γιατί η μεταφορά ενός ανθρώπου σε ένα εξειδικευμένο νοσοκομείο μπορεί να είναι το πρώτο κρίσιμο βήμα. Δεν μπορεί, όμως, να είναι και το τελευταίο που αναλαμβάνει η πολιτεία.
Και όπως υπογράμμισε η Εύη Βέρρη, όταν μια οικογένεια δίνει μάχη για τη ζωή του παιδιού της, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να δίνει ταυτόχρονα και μάχη για να βρει τον δρόμο προς το νοσοκομείο.









