Στο όριο ανάμεσα στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και στον περιορισμό της ελευθερίας της έκφρασης στάθηκε ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, Σπύρος Βλαχόπουλος, σε συνέντευξή του στη Δήμητρα Λαοπόδη και στον ΔΥΤΙΚΑ FM 92,8, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του «Πολιτική ορθότητα ή σύγχρονη λογοκρισία» στο Μεσολόγγι.
Ο πανεπιστημιακός έθεσε στο επίκεντρο της συζήτησης τις συνέπειες που μπορεί να έχει η υπερβολική προσήλωση στις λέξεις, όταν η δημόσια αντιπαράθεση απομακρύνεται από την ουσία των ζητημάτων και μετατρέπεται σε διαρκή αναζήτηση αφορμών για καταδίκη όσων εκφράζουν διαφορετική άποψη.
Όπως διευκρίνισε, η πολιτική ορθότητα ξεκίνησε από μια θετική αφετηρία: τον σεβασμό στον άνθρωπο και την αποφυγή προσβλητικών εκφράσεων και διακρίσεων λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών ή των προσωπικών επιλογών του. Το πρόβλημα, κατά τον ίδιο, αρχίζει όταν ο σεβασμός μετατρέπεται σε φόβο για το τι μπορεί να πει κάποιος δημόσια και σε ανησυχία για τις αντιδράσεις που θα ακολουθήσουν.
«Οι υπερβολές της πολιτικής ορθότητας έχουν οδηγήσει σε μία αυτολογοκρισία», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι η κοινωνική κατακραυγή μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αποδειχθεί ακόμη πιο επώδυνη από μια κρατική κύρωση.
Τα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι και η διαγραφή λέξεων από το παρελθόν
Ένα από τα παραδείγματα που χρησιμοποίησε ο Σπύρος Βλαχόπουλος αφορούσε τα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι και την αλλαγή λέξεων που σήμερα θεωρούνται ρατσιστικές ή προσβλητικές.
Ο καθηγητής υποστήριξε ότι είναι διαφορετικό να χρησιμοποιεί κάποιος σήμερα έναν προσβλητικό χαρακτηρισμό και διαφορετικό να διαβάζει μια παλαιότερη λογοτεχνική έκδοση στην οποία αποτυπώνονται οι αντιλήψεις και οι κοινωνικές συνθήκες μιας άλλης εποχής.
Όπως σημείωσε, η διαγραφή τέτοιων αναφορών μπορεί να στερήσει από τις νεότερες γενιές την ευκαιρία να κατανοήσουν τις διακρίσεις και τις αδικίες που υπήρχαν στο παρελθόν. Αντί να αλλοιώνεται το ιστορικό πλαίσιο, εκτίμησε ότι τα κείμενα μπορούν να αποτελούν αφορμή για εξήγηση και συζήτηση, ιδιαίτερα με τα παιδιά.
Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρθηκε και στις αντιδράσεις που προκαλούν σατιρικά σκίτσα, όπως εκείνα του Αρκά, σημειώνοντας ότι μια άποψη ή μια εικόνα μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσει η συζήτηση γύρω από το περιεχόμενό της.
Όταν η συζήτηση για τις λέξεις επισκιάζει την ουσία
Ο καθηγητής αναφέρθηκε και στη δημόσια συζήτηση γύρω από τον όρο «γυναικοκτονία», θέτοντας το ερώτημα κατά πόσο η αντιπαράθεση για την ορολογία μπορεί να επισκιάζει το ίδιο το κοινωνικό πρόβλημα της βίας.
Χωρίς να παραγνωρίζει τη σημασία των λέξεων και των συμβολισμών τους, υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση πρέπει να επικεντρώνεται και στην αντιμετώπιση των πραγματικών προβλημάτων, αντί να εξαντλείται σε διαμάχες για το ποιος χρησιμοποίησε έναν συγκεκριμένο όρο.
Αντίστοιχα παραδείγματα έφερε από τη διεθνή επικαιρότητα, αναφερόμενος στις αντιδράσεις που μπορεί να προκαλέσει μια διαφορετική άποψη για τις εξελίξεις στη Γάζα ή τον πόλεμο στην Ουκρανία. Όπως παρατήρησε, η διατύπωση μιας άποψης μπορεί να οδηγήσει στην απόδοση χαρακτηρισμών σε εκείνον που την εκφράζει, ακόμη και όταν πρόκειται για κριτική ή διαφορετική πολιτική προσέγγιση.
Για τον ίδιο, η διαφωνία δεν θα πρέπει να οδηγεί αυτομάτως στην κατηγοριοποίηση του συνομιλητή ούτε να αποκλείει τη δυνατότητα ενός ουσιαστικού διαλόγου.
Η κοινωνική κατακραυγή και ο φόβος της δημόσιας έκθεσης
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις συνέπειες που μπορεί να έχει η δημόσια στοχοποίηση, ειδικά μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Όπως ανέφερε, η δυνατότητα ανώνυμων επιθέσεων και προσβλητικών σχολίων δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο πολλοί ενδέχεται να αποφεύγουν να εκφράσουν τις απόψεις τους, όχι επειδή απειλούνται απαραίτητα με νομικές κυρώσεις, αλλά επειδή φοβούνται την κοινωνική κατακραυγή.
Ο Σπύρος Βλαχόπουλος υπογράμμισε ότι χρειάζεται μεγαλύτερη ανεκτικότητα απέναντι στη διαφορετική άποψη. Το γεγονός ότι κάποιος διαφωνεί μαζί μας δεν σημαίνει ότι είναι ακραίος ή ότι επιδιώκει να στραφεί εναντίον μας.
«Θα πρέπει να μάθουμε να μιλάμε, να ακούμε τον άλλον χωρίς να περιμένουμε οπωσδήποτε να συμφωνήσει μαζί μας», ήταν το μήνυμα που ανέδειξε στη συζήτηση.
Η σάτιρα δεν μπορεί να λειτουργεί χωρίς υπερβολή
Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφιερώθηκε στη σάτιρα, τη γελοιογραφία και τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης.
Ο καθηγητής χαρακτήρισε τη σάτιρα πολιτικά ανορθόδοξη από τη φύση της, καθώς στηρίζεται στην υπερβολή και τη διακωμώδηση. Όπως εξήγησε, μια φράση που διατυπώνεται στον καθημερινό λόγο δεν έχει απαραίτητα το ίδιο νόημα όταν εντάσσεται στο πλαίσιο μιας γελοιογραφίας ή ενός σατιρικού έργου.
Η κατανόηση του πλαισίου, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι καθοριστική για την αξιολόγηση μιας έκφρασης. Η σάτιρα μπορεί να μεταφέρει ισχυρά πολιτικά μηνύματα, όπως συνέβαινε ήδη από την αρχαία Αθήνα και την κωμωδία του Αριστοφάνη.
Ο Σπύρος Βλαχόπουλος εξέφρασε, παράλληλα, την αντίθεσή του στην πρακτική να οδηγούνται δημοσιογράφοι στα δικαστήρια εξαιτίας σατιρικών σχολίων. Όπως σημείωσε, όποιος συμμετέχει στον δημόσιο βίο πρέπει να γνωρίζει ότι θα αποτελεί αντικείμενο έντονης κριτικής, ακόμη και αντιδράσεων.
Η εξουσία των ψηφιακών πλατφορμών και ο κίνδυνος αποκλεισμού
Απαντώντας στο ερώτημα για τη μεγαλύτερη απειλή απέναντι στον ελεύθερο λόγο σήμερα, ο καθηγητής ξεχώρισε την αυτολογοκρισία, αλλά και την ισχύ που διαθέτουν οι ιδιοκτήτες των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.
Όπως ανέφερε, ενώ παλαιότερα θα θεωρούσε την κρατική λογοκρισία τον βασικό κίνδυνο για την ελευθερία της έκφρασης, σήμερα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη δυνατότητα των πλατφορμών να αποκλείουν χρήστες από χώρους όπου διεξάγεται μεγάλο μέρος της δημόσιας συζήτησης.
Επισήμανε, μάλιστα, ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαδραματίζουν πλέον σημαντικό ρόλο στην ενημέρωση και στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Κατά συνέπεια, η δυνατότητα μιας πλατφόρμας να περιορίσει την πρόσβαση ή την έκφραση ενός χρήστη δημιουργεί πρόσθετα ερωτήματα για τον έλεγχο του δημόσιου διαλόγου.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στην επιρροή που μπορούν να ασκούν ισχυρά οικονομικά κέντρα στην πολιτική εξουσία, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ψηφιακή παιδεία και τεχνητή νοημοσύνη
Ο Σπύρος Βλαχόπουλος στάθηκε και στην ανάγκη εκπαίδευσης των νεότερων γενιών στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των νέων τεχνολογιών.
Με αφορμή τη διάδοση των ψευδών ειδήσεων, υποστήριξε ότι η απλή απαγόρευση της πρόσβασης των νέων στις ψηφιακές πλατφόρμες δεν αρκεί από μόνη της. Αντίθετα, έθεσε την ανάγκη να αποκτήσουν τα παιδιά τα απαραίτητα εφόδια ώστε να κατανοούν και να αξιολογούν όσα συναντούν στο διαδίκτυο.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την τεχνητή νοημοσύνη, επισημαίνοντας ότι μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο, αρκεί η κοινωνία να εκπαιδευτεί στη σωστή χρήση της.
Η συζήτηση ανέδειξε, τελικά, ένα ευρύτερο ερώτημα: πώς μπορεί να προστατεύεται η αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου χωρίς να περιορίζεται η ελευθερία του λόγου και χωρίς η διαφορετική άποψη να μετατρέπεται σε αφορμή αποκλεισμού.
Για τον καθηγητή του ΕΚΠΑ, η απάντηση περνά μέσα από τον σεβασμό, την ανεκτικότητα και την ικανότητα να συζητάμε ακόμη και για δύσκολα ζητήματα χωρίς να φοβόμαστε τον διάλογο.









