Ένα καλοκαίρι, πριν δύο χρόνια περίπου, κατέβηκα όπως συνηθίζω το κατώφλι της “Λέσχης Βιβλίου”, της κυρίας Αλέκας Μοσχονά. Η στενή του σκάλα, με τα πρόσωπα στα εξώφυλλα των βιβλίων να σε κοιτάνε όπως τα κάδρα στα μεσαιωνικά κάστρα, με το σχεδόν αποκοιμισμένο κόκκινο φως και με την μυρωδιά των βιβλίων να σκορπίζει όπως των μπαχαρικών από ένα μαγειρείο, σου έδινε ένα ρίγος περιπέτειας.
Εκείνη την μέρα, εκτός από τα βιβλία που είχα αγοράσει, η κυρία Μοσχονά μου χάρισε και μια ποιητική συλλογή: το “Σε πτώση δοτικη” του Κωνσταντίνου Γεωργίου, ποιητή από το Αγρίνιο. Η αλήθεια είναι πως αυτός ο μικρός τόμος έμεινε για καιρό στο ράφι της βιβλιοθήκης μου, μαζεύοντας σκόνη, σαν ένα ψάρι αλευρωμένο και έτοιμο να τηγανιστεί. Κάποια στιγμή – ενώ θα έπρεπε να διαβάζω για το σχολείο, αλλά εγώ αντιθέτως έψαχνα αφορμή να πετάξω τα τετράδια μου στην άκρη- πήρα να ξεφυλλίζω το μικρό βιβλιαράκι του κ.Γεωργίου, με την διάθεση κάποιου που μαδάει μαργαρίτες.
Ξαφνικά, η ανία μου έσπασε σαν φυσαλίδα. Θυμήθηκα μια από τις πρώτες κριτικές στα ανδολουσιανά ποιήματα του Λόρκα, η οποία τον παρομοίαζε με έναν μουσικό που χορδιζει την κιθάρα του, δοκιμάζοντας διάφορους ρυθμούς, επειδή ο Λόρκα σε εκείνα τα ποιήματα δοκίμασε πολλές παραδοσιακές μορφές την ισπανικής ποίησης. Έτσι και ο κ.Γεωργίου μοιάζει να έχει δοκιμάσει σε αυτά του τα ποιήματα τις μανιέρες πολλών Ελλήνων ποιητών μας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα την “Λιόχαρη”, που είναι ένα εξαιρετικό pastiche του Χατζόπουλου:
Και σε φωνάζω Λιοχαρη
γιατί έχεις την λάμψη δύο ήλιων στα μαλιά
που χύθηκαν στα μάτια σου
Και ας φωνάζω Λιόχαρη
γιατί έχεις την χάρη ενός φύλλου ελιάς στο λίκνισμα ανέμου
που’πεσε στην αγκαλιά μου
Σε αυτούς τους στίχους κυριαρχεί ένας ρουμελιώτικος χαρακτήρας, ενώ το γλωσσικό εργαλείο του Χατζόπουλου έχει αφομοιωθεί ικανοποιητικά (με τον ελεύθερο στίχο να αφήνει την φωνή του να ακούγεται καθαρότερα). Το αγροτικό σκηνικό με την όμορφη κόρη, την καλοκαιρινή υφή και την ρουμελιώτικη απλότητα μας θυμίζει εκείνο το ποίημα του Χατζόπουλου που λέει:
και είχες στο χέρι κρίνα
και είπα και έφτασε το καλοκαίρι
Ειδικά η επανάληψη του συνδέσμου “και”, που κυριαρχεί και στα δύο ποιήματα, τα κάνει να μοιάζουν ακόμη περισσότερο ρυθμικά και μορφολογικά. Όμως το ρεπερτόριο του κ.Γεωργίου είναι αρκετά πλούσιο, αφού ξέρει να μας παίζει και Σεφέρη:
και στο πιο μικρό ρυάκι
την φυσική πορεία να κόψεις
θα βρει τρόπο να ενωθεί
με την θάλασσα
Αυτοί οι στίχοι, με την έλλειψη κάθε ρητορείας, που δεν κραυγάζει αλλά σε αφήνει να νιώσεις, με τα λίγα του εκφραστικά μέσα και τις σίγουρες εικόνες του, δείχνουν πόσο καλά έχει μαθητεύσει ο ποιητής μας στον σεφερικό λυρισμό. Όμως θυμίζουν τόσο ασυγχώρητα εκείνο τον στίχο του Σεφέρη:
Θεοί ! πως αγωνίζεται η ζωή για να περάσει, θα’λεγες
φουσκωμένο ποτάμι από τρύπα βελόνας
(Γράμμα απ’ τον Μάθιου Πασχάλη, Τετράδιο Γυμνασμάτων)
,ώστε να μην μιλάμε για μια φυσική συγγένεια ύφος, αλλά για μια – ασυνείδητη ενδεχομένως- αντιγραφή.
Και ο κ.Γεωργιου εντρυφεί πιο βαθιά στην λογοτεχνική μας ιστορία. Για παράδειγμα:
Για εσχάτη προδοσία μίλησαν οι δημόσιοι ρήτορες. Την απόφαση, βέβαια, την έλαβαν αρμοδίως οι Συγκλητικοί. Βαριά η ετυμηγορία. Ω ναι… Το άλλο πρωί έστησαν τα όνειρα στον τοίχο. Τα εκτέλεσαν για εσχάτη προδοσία του ρεαλισμού, οι αχρείοι
Και δεν σκέφτηκε ούτε ένας από δαύτους την προδοσία του ανθρώπου
Οι στίχοι αυτοί δεν είναι απλώς μια μίμηση του Καβάφη (δείτε μόνο την πεζοτητα της έκφρασης και την μορφής, την αναφορά σε “δημόσιους ρήτορες” ή την “σύγκλητο” ή τον καβαφικό υβρισμό “αχρείοι”, και την ειρωνική ανατροπή στο τέλος), αλλά μιμηση της επιρροής που δέχτηκε ο Βρεττάκος από τον Καβάφη στην προσπάθεια του να εκφράσει με αιχμηροτητα τον κοινωνικό του προβληματισμό. Μόνο που ο Βρεττάκος αφομοίωσε τον Καβάφη και δημιούργησε κάτι καινούριο, ενώ ο κ. Γεωργίου μιμήθηκε την επιρροή του Βρεττάκου από τον Καβάφη.
Λοιπόν, με τι να συνεχίσουμε; Το ρεπερτόριο του κ. Γεωργίου έχει και Ελύτη, ο οποίος είναι διασκορπισμένος παντού. Μόνο που δεν φαίνεται να έχει κατανοήσει τον Ελύτη, αλλά απλώς να αναπαράγει μια αισθητική του καλοκαιριού, ενώ παραβλέπει τον φιλοσοφικό προβληματισμό του Ελύτη, ο οποίος είχε πει πως “τα φυσικά φαινόμενα είναι για μένα σαν ένα αλφάβητο με το οποίο προσπαθώ να εκφραστώ σε ένα δεύτερο, ηθικό επίπεδο. Για μένα ο ήλιος δεν είναι απλώς μια λιακάδα στο Ζάππειο, αλλά μια μεταφυσική του ήλιου”. Από αυτήν την άποψη, ο κ. Γεωργίου μοιάζει με ένα παιδί που σε ένα βιβλίο κοιτάει μόνο τις εικόνες και παραβλέπει τα γράμματα. Αυτό είναι φανερό σε ποιήματα του όπως: “του καλοκαιριού οι ώρες”, “θάμβος ζωής”, “φρούτο του καλοκαιριού”, κ.ο.κ.
Μόνο σε ελάχιστες στιγμές φαίνεται να έχει κατανοήσει τον Ελύτη, μόνο που και πάλι απλώς τον επαναλαμβάνει:
Προτιμήσαμε το ελάχιστο γιατί πίσω του συστέλλεται σπειροειδώς μια αιωνιότητα.
ή
Μας δόθηκε
η ποίηση
σε τούτη την ζωή
για να διαβάζουμε
στο χέρι του
το δυσανάγνωστο
της μοίρας της ανθρώπινης
για να γράψουμε
τέλος πάντων,
νυν και αεί
,αλλά και πάλι δεν φαίνεται να έχει προχωρήσει πέρα από κάποιες βασικές ιδέες του “άξιον εστί”. Τέλος πάντων, οι μιμήσεις του συνεχίζουν σε πολλά λογοτεχνικά στρώματα της λογοτεχνικής μας παράδοσης, αναγνωρίζοντας και ο ίδιος, μάλιστα, τις οφειλές του, αφιερώνοντας τα ποιήματα του στους ποιητές που μιμήθηκε (“οι κήποι της χαράς ή ωδή στον Ανδρέαν Εμπειρίκο” στον Αντρέα Εμπειρίκο, “Σχέδιο συνωμοσίας” και “Βραδυνή Επαγρύπνηση” στον Τάσο Λειβαδίτη, “το κόκκινο που μας πνίγει” στον Ρίτσο, κ.ο.κ). Θα μου πεις, βέβαια, πως και ο Proust ξεκίνησε δημοσιεύοντας μια συλλογή με μιμήσεις (pastiche) – αυτό σημαίνει πως ο Proust είναι κακός λογοτέχνης; Προφανώς και όχι, αφού ο Proust έγραψε μετά και ένα “Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο”. Και στο κάτω κάτω ο Proust είχε την ειλικρίνεια να παρουσιάσει τα λογοτεχνικά του γυμνάσματα ως αυτό που ήταν, και οχι σαν ποιητική συλλογή.
Υπάρχουν, βέβαια, κάποιες συνήθειες που δίνουν μια ενότητα στην συλλογή του, όπως η τάση του να “δίνει” τα πάντα για τους άλλους ( από εκεί προέρχεται και ο τίτλος της συλλογής), ή ο αποτυχημένος ερωτισμός του ή η πρόφαση κοινωνικής συνείδησης. Όμως αυτά παραπέμπουν, όπως ο γραφικός χαρακτήρας, σε αυτόν που κατέγραψε το ποίημα, και όχι στον συγγραφέα. Αυτές οι μικρές συνήθειες δεν συγκροτούν μια προσωπική φωνή. Συγκροτούν μόνο ένα περίγραμμα που εντείνει την απουσία του ανθρώπου πίσω από το κείμενο.
******
Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτήν την σειρά από άρθρα είχα σκοπό να παρουσιάσω κάποιους ποιητές που αγαπάω όσο πιο καλόπιστα γίνεται. Δεν είχα σκοπό να κατακρίνω την ποίηση κανενός, όπως ο Αντρέας Καραντώνης κατέκρινε όποιον δεν λεγόταν “Παλαμάς” ή “Σεφέρης”, αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Το κοινό για να αναγνωρίσει και να αισθανθεί την γνήσια ποίηση πρέπει να μάθει και να κρίνει την κακή. Στο επόμενο άρθρο μου σκοπεύω να παρουσιάσω έναν καινούριο ποιητή που, μολονότι μεγαλοφυΐα που έχει καιρό να εμφανιστεί, έχει παραγνωριστεί οικτρά.
Όσον αφορά τον κύριο Γεωργίου, ελπίζω να μην παρεξηγηθεί με αυτά που γράφω. Σε καμμία περίπτωση δεν λέω πως δεν είναι ποιητής – απλώς λέω πως δεν έχει γράψει ακόμα ποιήματα. Που ξέρεις; Ίσως την επόμενη φορά, κατεβαίνοντας την σκάλα της “Λέσχης Βιβλίου” να βρω ένα αριστούργημα με την υπογραφή του. Στο κάτω – κάτω δεν υπάρχουν ποιητές, παρά μόνο ποιήματα.








