Τις τελευταίες ημέρες πληθαίνουν οι καταγγελίες για αποστολή κλήσεων και σχηματισμό δικογραφιών σε βάρος αγροτών που συμμετείχαν στις πρόσφατες κινητοποιήσεις, με την κατηγορία της «παρακώλυσης συγκοινωνιών».
Τα πρώτα «ραβασάκια» έχουν ήδη φτάσει σε αγρότες σε διάφορες περιοχές της χώρας, προκαλώντας εύλογη αγανάκτηση στον αγροτικό κόσμο.
Οι εξελίξεις αυτές δημιουργούν εύλογα ερωτήματα και έντονη ανησυχία, καθώς η ίδια η κυβέρνηση, διά στόματος αρμοδίων υπουργών, αναγνώριζε δημοσίως το προηγούμενο διάστημα ότι τα αιτήματα των αγροτών είναι «δίκαια» και ότι απαιτείται διάλογος για την επίλυση των προβλημάτων τους.
Ωστόσο, αντί για ουσιαστικές λύσεις στα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας –εκρηκτικό κόστος παραγωγής, ενεργειακή επιβάρυνση, μειωμένες ενισχύσεις, αβεβαιότητα για το μέλλον της αγροτικής παραγωγής– η κυβέρνηση επιλέγει να απαντά με ποινικοποίηση των κινητοποιήσεων και διώξεις.
Η πρακτική αυτή συνιστά επικίνδυνη διολίσθηση σε τιμωρητική λογική απέναντι σε κοινωνικές ομάδες που διεκδικούν το αυτονόητο: να μπορούν να ζουν από τη δουλειά τους και να παραμένουν στον τόπο τους.
Σε μια περίοδο που ο πρωτογενής τομέας δοκιμάζεται, η εικόνα των αγροτών να βρίσκονται αντιμέτωποι με διώξεις δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον διάλογο με την κοινωνία.
Επειδή, η ποινικοποίηση της κοινωνικής διαμαρτυρίας δεν μπορεί να αποτελεί εργαλείο πολιτικής.
Επειδή, οι αγρότες αποτελούν βασικό πυλώνα της παραγωγικής και κοινωνικής συνοχής της χώρας.
Επειδή, η επίκληση του «δικαίου των αιτημάτων» δεν μπορεί να συνυπάρχει με πρακτικές εκφοβισμού και διώξεων.
Καλείται η κυβέρνηση να αναλάβει τις ευθύνες της:
– να δώσει σαφείς εξηγήσεις για το εύρος και τη σκοπιμότητα των διώξεων,
– να επανεξετάσει άμεσα την επιβολή κυρώσεων που τροφοδοτούν κοινωνική ένταση,
– και κυρίως να παρουσιάσει συγκεκριμένο, κοστολογημένο σχέδιο στήριξης του πρωτογενούς τομέα.
Η ύπαιθρος δεν χρειάζεται «ραβασάκια». Χρειάζεται πολιτικές αποφάσεις υπέρ των αγροτών. Η κοινωνική διεκδίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με όρους καταστολής. Η χώρα χρειάζεται παραγωγή, κοινωνική συνοχή και εμπιστοσύνη στους θεσμούς, όχι τιμωρητικές πρακτικές.








