Η Δήμητρα Λαοπόδη βρέθηκε στα Αμπάρια Παναιτωλίου και κατέγραψε μια εικόνα που δύσκολα συμβαδίζει με τις μεγαλόστομες εξαγγελίες για την ανάδειξη της λίμνης και της περιοχής. Γιατί μπορεί ο επισκέπτης να απολαύσει τη θέα, τη λίμνη και την προβλήτα, αλλά αν έχει παιδιά και θελήσει να τα πάει στην παιδική χαρά, τότε η «τουριστική εμπειρία» αλλάζει επίπεδο…
Ας κάνουμε, λοιπόν, μια υπόθεση εργασίας.
Έρχεσαι στα Αμπάρια Παναιτωλίου. Κάθεσαι να φας, πίνεις τον καφέ σου, απολαμβάνεις τη λίμνη Τριχωνίδα, κάνεις τη βόλτα σου στην προβλήτα και λες «Τι όμορφος τόπος!».
Και αν έχεις και παιδιά, σκέφτεσαι το αυτονόητο, «Πάμε να παίξουμε στην παιδική χαρά».
Ε, εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί η παιδική χαρά που κατέγραψε η Δήμητρα Λαοπόδη δεν μοιάζει ακριβώς με τον χώρο που θα περίμενε κανείς να βρει σε ένα σημείο που θέλει να προσελκύσει οικογένειες και επισκέπτες.
Άγρια χόρτα παντού. Βλάστηση ανεξέλεγκτη. Βάτα. Αράχνες. Εικόνες φθοράς και εγκατάλειψης.
Και κάπου εκεί η ειρωνεία της πραγματικότητας γίνεται πιο δυνατή.
«Θα περάσει καταπληκτικά» λέει η Δήμητρα Λαοπόδη, περιγράφοντας με σαρκαστικό τρόπο την… εμπειρία που περιμένει τα παιδιά.
Μόνο που το «καταπληκτικά» εδώ μάλλον χρειάζεται εισαγωγικά.
Γιατί άλλο να παίζει ένα παιδί σε μια καθαρή, περιποιημένη και ασφαλή παιδική χαρά και άλλο να πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από χόρτα και βάτα για να φτάσει στα παιχνίδια.
Και το ερώτημα είναι απλό…
Ποιος έχει την ευθύνη για αυτή την εικόνα;
Ποιος είναι αρμόδιος να φροντίζει τον χώρο;
Ποιος ελέγχει τα παιχνίδια;
Ποιος βλέπει τις φθορές;
Ποιος καθαρίζει;
Και τελικά, ποιος αποφασίζει ότι μια παιδική χαρά μπορεί να παραμένει σε αυτή την κατάσταση;
Γιατί στο δεύτερο βίντεο η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική.
Από την πίσω πλευρά, η πρόσβαση προς τον δρόμο, όπως καταγράφεται, γίνεται μέσα από χόρτα και βάτα. Ένας χώρος που θα έπρεπε να είναι προσβάσιμος και φροντισμένος δείχνει παρατημένος.
Και τότε έρχεται η πιο σκληρή διαπίστωση…
Δεν μιλάμε απλώς για έναν χώρο που χρειάζεται ένα χορτοκοπτικό. Μιλάμε για μια παιδική χαρά που χρειάζεται να θυμηθούν κάποιοι ότι υπάρχει.
Η Δήμητρα Λαοπόδη θέτει ευθέως το ζήτημα στον αρμόδιο αντιδήμαρχο:
Τι θα γίνει με αυτή την παιδική χαρά;
Πόσα χρήματα δαπανήθηκαν για να δημιουργηθεί;
Και πώς είναι δυνατόν ένας χώρος που προορίζεται για παιδιά να έχει αφεθεί να παρουσιάζει αυτή την εικόνα;
Ερωτήματα που δεν χρειάζονται περίπλοκες απαντήσεις.
Χρειάζονται μόνο… απαντήσεις.
Και εδώ υπάρχει ακόμη μία μεγάλη αντίφαση.
Ακούμε συνεχώς για την ανάγκη να αναδειχθεί η Τριχωνίδα. Για την ανάγκη να προστατευθεί το περιβάλλον. Για την τουριστική ανάπτυξη. Για την προσέλκυση επισκεπτών.
Όλα σωστά.
Μόνο που η τουριστική ανάπτυξη δεν ξεκινά από τις μακέτες.
Ξεκινά από τα αυτονόητα.
Από έναν καθαρό χώρο.
Από μια περιποιημένη παιδική χαρά.
Από παιχνίδια που συντηρούνται.
Από υποδομές που δεν αφήνονται να σαπίζουν.
Από έναν τόπο που δείχνει στον επισκέπτη ότι τον σέβεται.
Γιατί, τελικά, τι μήνυμα στέλνει η εικόνα αυτή σε μια οικογένεια που θα επισκεφθεί τα Αμπάρια;
«Καλώς ήρθατε στη λίμνη Τριχωνίδα. Απολαύστε τη θέα, τη φύση και την προβλήτα. Και αν έχετε παιδιά… καλή τύχη!»
Αυτό δεν είναι ανάδειξη.
Αυτό είναι εγκατάλειψη.
Και όσο οι αρμόδιοι μιλούν για το μέλλον της περιοχής, η πραγματικότητα βρίσκεται εκεί, μπροστά στην κάμερα.
Μέσα στα χόρτα.
Μέσα στα βάτα.
Πίσω από τις κούνιες.
Στην παιδική χαρά στα Αμπάρια.
Η Δήμητρα Λαοπόδη το ρωτά ξεκάθαρα…
«Πόσο δύσκολο είναι να έρθουν να την καθαρίσουν και να την αποκαταστήσουν;»
Και η τελευταία ερώτηση είναι ίσως η πιο σημαντική:
«Θα μου απαντήσει ποτέ κανείς;»
Γιατί τα Αμπάρια μπορεί να έχουν μια πανέμορφη λίμνη.
Μπορεί να έχουν μια όμορφη προβλήτα.
Μπορεί να έχουν ένα τοπίο που πραγματικά αξίζει να αναδειχθεί.
Αλλά όσο η παιδική χαρά παραμένει σε αυτή την κατάσταση, η εικόνα που μένει είναι μία:
Ένας όμορφος τόπος που κάποιοι θέλουν να αναδείξουν, αλλά ξεχνούν να φροντίσουν.
Και αυτό, όσο κι αν προσπαθήσει κανείς να το κρύψει πίσω από λόγια και υποσχέσεις, η κάμερα το αποκαλύπτει.










