Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή μας και υπάρχουν άνθρωποι που γίνονται κομμάτι της ζωής μας.
Ο Χρήστος Κατσιμπίνης ήταν ένας από αυτούς.
Ο Αγρινιώτης αρχιτέκτονας και αναστηλωτής βυζαντινών μνημείων, που έφυγε από τη ζωή λίγες ημέρες πριν, υπήρξε για πολλά χρόνια πολύ στενός μου φίλος. Ένας άνθρωπος που στάθηκε δίπλα μου, με δίδαξε πολλά και μου έδωσε γνώσεις, εμπειρίες και έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπω την ιστορία, τα μνημεία και τους ανθρώπους.
Σήμερα, η αποκλειστική συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει στο AgrinioNet.gr αποκτά μια διαφορετική αξία.
Γιατί μέσα από τη φωνή του επιστρέφει ένας άνθρωπος που υπήρξε φωτεινός, χαρούμενος, βαθιά μορφωμένος, σεμνός και ταπεινός.
Ένας άνθρωπος που, παρά τις τεράστιες γνώσεις και τις εμπειρίες που κουβαλούσε, δεν χρειάστηκε ποτέ να επιδείξει τίποτα.
Ο Χρήστος ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που μπορούσαν να σου μιλήσουν για την ιστορία σαν να την είχαν ζήσει. Και στην πραγματικότητα, πολλές φορές την είχαν ζήσει.
Ήταν εκεί όταν έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου.
Ήταν εκεί στα Ιεροσόλυμα, όταν εργαζόταν για την αναστήλωση του Παναγίου Τάφου.
Ήταν εκεί σε ιστορικές μονές και προσκυνήματα, όπως η Αγία Αικατερίνη στο Σινά.
Και σήμερα, λίγες ημέρες μετά τον θάνατό του, η φωνή του παραμένει ζωντανή.
Το 1973 στην Αγία Γη
Η πρώτη επίσκεψη του Χρήστου Κατσιμπίνη στα Ιεροσόλυμα έγινε το 1973.
Ήταν τότε ένας νέος αρχιτέκτονας του υπουργείου Πολιτισμού, με σπουδές στη Ρώμη, όταν στάλθηκε στην Αγία Γη για να εργαστεί στην αναστήλωση του Παναγίου Τάφου του Ιησού Χριστού.
Έμεινε εκεί για τέσσερα χρόνια.
Τέσσερα χρόνια μέσα σε έναν τόπο όπου η ιστορία, η πίστη, η αρχιτεκτονική και η ανθρώπινη αγωνία συναντώνται με έναν τρόπο μοναδικό.
Και η πρώτη του επαφή με τον Πανάγιο Τάφο ήταν μια στιγμή που δεν ξέχασε ποτέ.
Φανερά συγκινημένος, μιλά για την πρώτη φορά που άγγιξε τον Πανάγιο Τάφο και για τα συναισθήματα που ένιωσε:
«Κάθε χριστιανός όταν πατάει το πόδι του στην Αγία Γη, βρίσκεται σε ένα πολύ δυνατό χώρο, διότι έχουμε φορτιστεί από την πίστη και τη θρησκεία μας, χώρο όπου εκτυλίχθηκε όλη η ζωή του Χριστού. Όταν πλησιάζεις στο χώρο του Παναγίου Τάφου πρέπει να είσαι πολύ ασυναίσθητος ή άσχετος για να μην εντυπωσιαστείς».
Για τον Χρήστο, η επαφή με τον Πανάγιο Τάφο δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική εμπειρία.
Ήταν ένα βίωμα.
«Το συναίσθημα είναι περίεργο. Μεταξύ θαυμασμού και φόβου, ευθύνης, ποιος είσαι και τι κάνεις», περιγράφει.
Τέσσερα χρόνια στην καρδιά της Αγίας Γης
Η εξιστόρηση των γεγονότων που έζησε στα Ιεροσόλυμα είναι εντυπωσιακή.
Εργάστηκε στον Πανάγιο Τάφο, επισκέφθηκε προσκυνήματα της Παναγίας, εργάστηκε σε ιστορικές μονές και έζησε από κοντά μια περιοχή όπου οι συγκρούσεις και οι πολεμικές αναμετρήσεις αποτελούσαν μέρος της καθημερινότητας.
Όταν έφτασε εκεί, όπως διηγείται, είχε ξεκινήσει για δεύτερη φορά ο πόλεμος.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, οι Άγιοι Πατέρες παρέμεναν εκεί.
Δεν έφευγαν.
Δεν εγκατέλειπαν τα μοναστήρια και τα προσκυνήματα.
Όταν τον ρωτάμε εάν φοβούνταν, η απάντησή του είναι χαρακτηριστική:
«Οι Άγιοι Πατέρες που βρίσκονται εκεί είναι στρατευμένοι να φυλάνε μια περιοχή από την εποχή του Χριστού και του Βυζαντίου. Δεν φοβούνται. Έχουν θάρρος. Μπορεί να πέρασαν κρίσεις από Πέρσες, Μουσουλμάνους, Ρωμαίους, όμως είναι εκεί».
Ο ίδιος, άλλωστε, δεν έμεινε έξω από τους κινδύνους.
Στη διάρκεια της παραμονής του στα Ιεροσόλυμα βρέθηκε και ο ίδιος σε δύσκολες και επικίνδυνες καταστάσεις.
Κι όμως παρέμεινε.
Η έντονη διαφωνία του για το άνοιγμα του Τάφου του Κυρίου
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συνέντευξης αφορά τις νεότερες εργασίες στον Πανάγιο Τάφο και ιδιαίτερα το άνοιγμα του Τάφου του Κυρίου.
Ο Χρήστος Κατσιμπίνης δεν έκρυβε την αντίθεσή του.
«Για μένα δεν έπρεπε να γίνει. Οι στερεωτικές εργασίες έπρεπε να γίνουν εξωτερικά».
Η εικόνα που περιγράφει τον ενοχλούσε βαθιά:
«Το μέσα… να βλέπουμε τον εργάτη με τις μπότες να πατάει πάνω στον Τάφο του Χριστού… τις άλλες εργασίες που γίνονταν λες και ήταν κάτι το κοινό, τη στιγμή που άλλοι προσεύχονται, έρχονται από την άλλη άκρη του κόσμου».
Για τον ίδιο, άλλο πράγμα ήταν η αναγκαία στερέωση του μνημείου και άλλο η επέμβαση στο ίδιο το σημείο του Τάφου.
«Για το κουβούκλιο, ναι», απαντά όταν ερωτάται εάν είναι αντίθετος στις εργασίες.
«Για τη θέση όπου ήταν ο Τάφος του Κυρίου και από το 1500 δεν είχε πειραχτεί, είχε σκεπαστεί με δύο μάρμαρα, πλάκες, δεν υπήρχε λόγος να γίνει αυτό».
Και θέτει ένα ερώτημα που παραμένει:
«Δεν ξέρω ποιο μυστήριο τους κίνησε να δουν τι είναι από κάτω; Να δουν από πού βγαίνει το Άγιο Φως; Να λένε ότι έρχεται μύρο;»
«Όταν άνοιξαν τον Τάφο έπεσε μπλακ άουτ»
Η αφήγηση του Χρήστου γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν περιγράφει τι συνέβη κατά το άνοιγμα του Τάφου.
«Με διάφορα περίεργα φαινόμενα. Όταν άνοιξαν τον Τάφο του Κυρίου έπεσε μπλακ άουτ σε όλα τα ηλεκτρονικά μηχανήματα».
Ο ίδιος βρισκόταν εκεί πριν ανοίξει ο Τάφος.
«Έφυγα. Δεν ήθελα να είμαι στα εγκαίνια που έκαναν», λέει.
Και στη συνέχεια αναφέρεται στο γεγονός ότι για τις εργασίες υπήρξε οικονομική συμμετοχή από διαφορετικές θρησκευτικές κοινότητες.
«Δυστυχώς δεν μπορώ να πω για ποιους λόγους και ποιοι ενδιαφέρθηκαν, όχι μόνο ορθόδοξοι Έλληνες χριστιανοί, μουσουλμάνοι, Αρμένιοι έδωσαν χρήματα για αυτό».
Και τελικά, ποιο ήταν το συμπέρασμα από το άνοιγμα;
Η απάντησή του είναι αποκαλυπτική:
«Κανένα».
«Στερέωσαν τα μάρμαρα γύρω. Τα άλλα είναι μυστήρια και μπορεί κανείς να τα υποπτευθεί, είτε να τα πλησιάσει…»
Ο Τάφος της Παναγίας
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει ο Χρήστος Κατσιμπίνης και στον Τάφο της Παναγίας.
Όπως εξηγεί:
«Ο Τάφος της Παναγίας και του Κυρίου έγινε από τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη».
Περιγράφει μάλιστα με λεπτομέρεια την αρχιτεκτονική του χώρου.
Ο Τάφος, όπως αναφέρει, βρισκόταν μέσα σε βράχο.
«Ο βράχος κόπηκε περιμετρικά και άφησαν μόνο τον χώρο του Τάφου και γύρω γύρω έγινε ένας Ναός».
Στη συνέχεια εξηγεί ότι ο Τάφος ανοίχθηκε, προφανώς επί των Σταυροφόρων, και τοποθετήθηκε ένα διακοσμητικό μάρμαρο.
Το συγκεκριμένο σημείο αποκαλύφθηκε την περίοδο που ο ίδιος βρισκόταν στα Ιεροσόλυμα.
«Οι Ορθόδοξοι και οι Αρμένιοι αποφάσισαν να βγάλουν μια πλάκα που κάλυπτε αυτό το διάκοσμο, ώστε να φανεί ο βράχος».
Και μέσα από αυτή την περιγραφή γίνεται ξανά εμφανής η βαθιά γνώση του Χρήστου για τα μνημεία της Αγίας Γης.
Ένας άνθρωπος που έζησε την Ιστορία
Ο Χρήστος Κατσιμπίνης δεν ήταν ένας άνθρωπος που απλώς μελέτησε την ιστορία.
Την έζησε.
Στα Ιεροσόλυμα, στην Αγία Αικατερίνη στο Σινά, στα βυζαντινά μνημεία, στα προσκυνήματα.
Και όχι μόνο εκεί.
Τις ώρες που έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου, ο Χρήστος ήταν εκεί.
Έζησε από κοντά μια από τις μεγαλύτερες στιγμές της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας.
Κι όμως, ένας άνθρωπος με τέτοιες εμπειρίες δεν έγινε ποτέ άνθρωπος της επίδειξης.
Αυτό ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό του γνώρισμα.
Η γνώση του ήταν μεγάλη.
Η σεμνότητά του ακόμη μεγαλύτερη.
Ήταν ένας άνθρωπος φωτεινός, χαρούμενος, με βαθιά γνώση, αλλά ταυτόχρονα σεμνός και ταπεινός.
Χρήστο, αυτό δεν είναι μόνο ένα ρεπορτάζ. Είναι ένας αποχαιρετισμός.
Γράφοντας σήμερα για τη συνέντευξή του, δυσκολεύομαι να κρατήσω την απόσταση που επιβάλλει η δημοσιογραφία.
Γιατί ο Χρήστος δεν ήταν για μένα απλώς ένας σπουδαίος Αγρινιώτης αρχιτέκτονας.
Ήταν φίλος μου. Πολύ στενός φίλος μου.
Για πολλά χρόνια ήταν δίπλα μου.
Με τις γνώσεις του.
Με τις ιστορίες του.
Με τις συμβουλές του.
Με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να βλέπει τον κόσμο.
Μου έμαθε πολλά.
Και δεν εννοώ μόνο πράγματα που αφορούσαν την αρχιτεκτονική, την ιστορία ή τα μνημεία.
Μου έμαθε να κοιτάζω πιο βαθιά.
Να ψάχνω πίσω από αυτό που βλέπω.
Να ακούω.
Να παρατηρώ.
Να εκτιμώ τη γνώση χωρίς να εντυπωσιάζομαι από αυτήν.
Γιατί ο ίδιος ήταν η απόδειξη ότι η πραγματική γνώση δεν χρειάζεται φωνή δυνατή.
Χρειάζεται άνθρωπο.
Και ο Χρήστος ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος.
Ένας φωτεινός άνθρωπος.
Ένας πολύ χαρούμενος άνθρωπος.
Ένας άνθρωπος που μπορούσε να μιλά για τα μεγαλύτερα γεγονότα της Ιστορίας και την ίδια στιγμή να παραμένει απλός, προσιτός και ταπεινός.
Έφυγε από τη ζωή λίγες ημέρες πριν.
Και τώρα που η φωνή του έχει μείνει σε αυτή τη συνέντευξη, καταλαβαίνω ακόμη περισσότερο πόσο σημαντικό είναι να κρατάμε ζωντανές τις ιστορίες των ανθρώπων που πέρασαν από τη ζωή μας.
Χρήστο,
σε ευχαριστώ.
Σε ευχαριστώ για τα χρόνια της φιλίας μας.
Για όσα μου έμαθες.
Για όσα μου διηγήθηκες.
Για όσα μοιράστηκες μαζί μου.
Για όλες εκείνες τις συζητήσεις που σήμερα έχουν αποκτήσει άλλη αξία.
Σε ευχαριστώ που υπήρξες δίπλα μου.
Και πάνω απ’ όλα, σε ευχαριστώ που ήσουν ο άνθρωπος που ήσουν.
Μπορεί να έφυγες από τη ζωή, αλλά δεν έφυγες από τις ζωές των ανθρώπων που σε γνώρισαν.
Και σίγουρα δεν έφυγες από τη δική μου.
Θα είσαι πάντα εκεί.
Στις αναμνήσεις μου.
Στις κουβέντες μας.
Σε όσα μου έμαθες.
Και τώρα, σε αυτή τη συνέντευξη, όπου η φωνή σου μιλά για τον Πανάγιο Τάφο, την Παναγία, την Αγία Γη και την Ιστορία.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη παρακαταθήκη σου.
Ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αγγίξει τον Πανάγιο Τάφο, να περπατήσει εκεί όπου γράφτηκε η ιστορία, να βρεθεί τη στιγμή που πέφτει το Τείχος του Βερολίνου, να γνωρίζει τόσα πολλά και παρ’ όλα αυτά να παραμένει φωτεινός, χαρούμενος, σεμνός και ταπεινός.
Καλό ταξίδι, Χρήστο.
Και σε ευχαριστώ που για τόσα χρόνια περπατήσαμε μαζί ένα κομμάτι της ζωής.
Δήμητρα Λαοπόδη – AgrinioNet.gr









