Έπειτα από χρόνια διαβεβαιώσεων ότι ο Δήμος Αγρινίου μπορεί να διατηρεί σταθερά τα δημοτικά τέλη, χωρίς να μεταφέρει πρόσθετα βάρη στους δημότες, η πραγματικότητα του 2027 θα είναι διαφορετική.
Η δημοτική αρχή του Γιώργου Παπαναστασίου αποφάσισε να προχωρήσει σε αύξηση της τάξης του 35% στα τέλη καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού, με την αντιπολίτευση να αντιδρά και τη συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο να εξελίσσεται σε αντιπαράθεση για την οικονομική διαχείριση του Δήμου.
Η αύξηση εγκρίθηκε στις 30 Οκτωβρίου, με τις ψήφους της δημοτικής πλειοψηφίας. Και μπορεί ο δήμαρχος να δήλωσε ότι «οι αυξήσεις είναι το χειρότερό μου», ωστόσο το αποτέλεσμα δεν αλλάζει. Οι δημότες θα κληθούν να πληρώσουν περισσότερα για τις ανταποδοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούν με τις αιτιολογίες της δημοτικής αρχής.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται, όμως, και στην προηγούμενη πολιτική της διοίκησης. Τον Οκτώβριο του 2025 ο Δήμος ανακοίνωνε με πανηγυρικό τρόπο ότι τα δημοτικά τέλη, ο δημοτικός φόρος και το ΤΑΠ θα παρέμεναν αμετάβλητα και για το 2026. Μάλιστα, η δημοτική αρχή υπογράμμιζε ότι επί 12 συνεχόμενα χρόνια δεν είχε προχωρήσει σε αύξηση, παρά το γεγονός ότι η Οικονομική Υπηρεσία εισηγούνταν τότε αναπροσαρμογή κατά 15%.
Εκείνη την περίοδο η επιλογή αυτή παρουσιαζόταν ως αποτέλεσμα συνετής οικονομικής διαχείρισης και στήριξης των πολιτών. Σήμερα, όμως, ο δήμαρχος εξηγεί ότι τα αποθεματικά που χρησιμοποιούνταν για να καλύπτονται οι ανάγκες των ανταποδοτικών υπηρεσιών έχουν πλέον εξαντληθεί.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το ερώτημα που δεν μπορεί να προσπεραστεί…
Πώς ένας Δήμος που επί χρόνια διαβεβαίωνε ότι αντέχει να κρατά σταθερά τα τέλη, φτάνει σήμερα να ζητά από τους δημότες αύξηση 35%;
Ποια είναι η πραγματική εικόνα των οικονομικών των ανταποδοτικών υπηρεσιών και πώς διαμορφώθηκε αυτή η κατάσταση;
Τα LED, τα 13,5 εκατομμύρια και η νέα επιβάρυνση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της συνεδρίασης ήταν η αντιπαράθεση για τον δημοτικό φωτισμό και την επένδυση στην αντικατάσταση των φωτιστικών σωμάτων με LED.
Ο επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης Κώστας Πιστιόλας έθεσε το ζήτημα της οικονομικής επιβάρυνσης από το συγκεκριμένο έργο, κάνοντας αναφορά στα 13,5 εκατομμύρια ευρώ της δανειακής επιβάρυνσης. Μάλιστα, συνέδεσε το κόστος της επένδυσης με τη νέα απαίτηση για πρόσθετη επιβάρυνση των δημοτών κατά περίπου ένα εκατομμύριο ευρώ.
Ο Γιώργος Παπαναστασίου απάντησε ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση είναι λαϊκιστική, εξηγώντας ότι τα LED μειώνουν τις κιλοβατώρες που καταναλώνονται και όχι την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Όπως ανέφερε, το κόστος της κιλοβατώρας για τους Δήμους αυξήθηκε από τα 0,16 στα 0,26 ευρώ.
Η εξήγηση του δημάρχου είναι σαφής ως προς την ενεργειακή επιβάρυνση. Δεν απαντά, όμως, από μόνη της στο συνολικό ερώτημα για το οικονομικό αποτύπωμα της επένδυσης, τις πραγματικές εξοικονομήσεις που έχουν επιτευχθεί και το κατά πόσο αυτές αντισταθμίζουν το κόστος της.
Αυτό είναι ένα ζήτημα για το οποίο οι δημότες δικαιούνται να έχουν αναλυτική εικόνα, με αριθμούς και όχι μόνο με πολιτικές αντιπαραθέσεις.
Και το νέο τέλος στο ανώτατο όριο
Σαν να μην έφτανε η αύξηση στα τέλη καθαριότητας και φωτισμού, στη συνεδρίαση συζητήθηκε και το Τέλος Τοπικής Ανάπτυξης για το 2027. Η δημοτική αρχή επέλεξε συντελεστή 0,70, δηλαδή το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, ενώ η αρχική εισήγηση ήταν 0,55.
Ο αντιδήμαρχος Βασίλης Φωτάκης υποστήριξε ότι η επιλογή αυτή είναι αναγκαία για την κάλυψη των αυξημένων δαπανών. Για ένα ακίνητο 100 τετραγωνικών μέτρων παρουσιάστηκε ενδεικτικά πρόσθετη επιβάρυνση περίπου 1,15 ευρώ τον μήνα, με το πραγματικό ποσό να εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά και την αντικειμενική αξία του ακινήτου.
Πρόκειται για διαφορετική επιβάρυνση από τα δημοτικά τέλη καθαριότητας και φωτισμού, η οποία έρχεται να προστεθεί στη συνολική εικόνα των χρεώσεων προς τους δημότες.
Η εύκολη εξήγηση και τα δύσκολα ερωτήματα
Ο δήμαρχος επιμένει ότι η ευθύνη βρίσκεται στην Πολιτεία, η οποία μεταφέρει πρόσθετες μισθολογικές υποχρεώσεις στους Δήμους χωρίς να τους εξασφαλίζει τους αντίστοιχους πόρους. Η υποχρηματοδότηση της Αυτοδιοίκησης είναι υπαρκτό ζήτημα και δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η επίκληση της κεντρικής διοίκησης δεν απαλλάσσει τη δημοτική αρχή από την υποχρέωση να εξηγήσει αναλυτικά πώς διαχειρίστηκε τα οικονομικά της όλα αυτά τα χρόνια, ποιες εξοικονομήσεις πέτυχε, τι απέδωσαν οι μεγάλες επενδύσεις και γιατί πλέον δεν υπάρχει το περιθώριο να απορροφηθούν οι πρόσθετες δαπάνες.
Γιατί όταν επί σειρά ετών η μη αύξηση των δημοτικών τελών αποτελεί βασικό επιχείρημα της δημοτικής αρχής, δεν μπορεί σήμερα η ανατροπή αυτής της πολιτικής να αντιμετωπίζεται ως μια απλή λογιστική αναγκαιότητα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.
Ο δήμαρχος μπορεί να θεωρεί τις αυξήσεις «το χειρότερό του». Για τους δημότες, όμως, το χειρότερο δεν είναι η συγκεκριμένη δήλωση. Είναι ότι θα πρέπει να βάλουν βαθύτερα το χέρι στην τσέπη, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει γίνει μια ολοκληρωμένη δημόσια αποτίμηση του πώς φτάσαμε από τα «αμετάβλητα τέλη» στην αύξηση του 35%.
Και αυτή είναι μια συζήτηση που δεν τελειώνει με την ψηφοφορία στο Δημοτικό Συμβούλιο.








