Έντονη ανησυχία προκαλεί στον κτηνοτροφικό κόσμο η προοπτική διενέργειας ορολογικών ελέγχων για την ευλογιά των αιγοπροβάτων, καθώς η ανίχνευση αντισωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε κυρώσεις και, σύμφωνα με όσα έχουν ανακοινωθεί από υπηρεσιακούς παράγοντες του υπουργείου, ακόμη και σε θανατώσεις κοπαδιών.
Το ζήτημα ανέδειξε ο Ανδρέας Φίλιας, μιλώντας στον ΔΥΤΙΚΑ FM 92,8 και τη Δήμητρα Λαοπόδη, περιγράφοντας μια κατάσταση που προκαλεί αναστάτωση στους κτηνοτρόφους της Δυτικής Ελλάδας, την ώρα που, όπως υποστήριξε, η περιοχή βρίσκεται εδώ και περίπου τέσσερις εβδομάδες χωρίς νέα περιστατικά.
Ο κ. Φίλιας εξήγησε ότι η σχετική εγκύκλιος προβλέπει τη διενέργεια ορολογικών ελέγχων σε δείγματα από περίπου 153 εκτροφές ανά Περιφέρεια, προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχουν αντισώματα της ευλογιάς. Ωστόσο, όπως τόνισε, η ανίχνευση αντισωμάτων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει προηγηθεί παράνομος εμβολιασμός, καθώς μπορεί να οφείλεται και σε φυσική επαφή με τον ιό.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία. Όπως ανέφερε, εάν εντοπιστούν αντισώματα, υπάρχει ο κίνδυνος να κινηθούν διαδικασίες κυρώσεων ή θανατώσεων, χωρίς το συγκεκριμένο εύρημα να αποδεικνύει από μόνο του την αιτία παρουσίας τους.
«Η ύπαρξη αντισώματος δεν σημαίνει ότι έχεις ασθένεια αυτή τη στιγμή», ήταν το βασικό επιχείρημα που ανέπτυξε, επισημαίνοντας ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή πριν από οποιαδήποτε απόφαση με τόσο σοβαρές συνέπειες για τις εκτροφές.
«Οι κτηνοτρόφοι δεν θα δεχθούν τέτοιους ελέγχους»
Ο Ανδρέας Φίλιας αποκάλυψε ότι οι κτηνοτρόφοι με τους οποίους έχει επικοινωνήσει δηλώνουν πως δεν πρόκειται να δεχθούν τη συγκεκριμένη διαδικασία ελέγχων, εκτιμώντας ότι στην πράξη θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί.
Όπως είπε, έχει ήδη μεταφέρει τις αντιρρήσεις του στο υπουργείο, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε αποσταλεί περίπου 15 ημέρες πριν από τη συνέντευξη. Ανέφερε επίσης ότι το σχετικό υπόμνημα διακινήθηκε και σε άλλες Περιφέρειες, όπου, όπως υποστήριξε, καταγράφεται αντίστοιχος προβληματισμός.
Ο ίδιος δεν έκρυψε την αντίθεσή του στη συγκεκριμένη κατεύθυνση, σημειώνοντας ότι δεν μπορεί να κατανοήσει τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας απόφασης σε μια περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με την εικόνα που περιέγραψε, η νόσος βρίσκεται σε ύφεση.
Η οικονομική ασφυξία των κτηνοτρόφων
Πέρα από το υγειονομικό σκέλος, ο κ. Φίλιας στάθηκε και στις οικονομικές συνέπειες που έχουν υποστεί οι κτηνοτρόφοι. Όπως ανέφερε, όσοι έχασαν τα κοπάδια τους αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες, ενώ οι αποζημιώσεις και τα ποσά που έχουν δοθεί για τη διαβίωσή τους δεν επαρκούν για την πλήρη ανασυγκρότηση της δραστηριότητάς τους.
Παράλληλα, οι κτηνοτρόφοι που εξακολουθούν να διατηρούν τα ζώα τους βρίσκονται επί μεγάλο χρονικό διάστημα υπό περιορισμούς, με αυξημένο κόστος για τις ζωοτροφές, δυσκολίες στη διάθεση των προϊόντων και περιορισμούς στις μετακινήσεις και στις σφαγές.
«Πρέπει να πάμε γρήγορα στην ανασύσταση», ήταν το μήνυμα που έστειλε, επισημαίνοντας ότι ο κλάδος δεν έχει πλέον μεγάλα περιθώρια να αντέξει νέες επιβαρύνσεις.
Αναφορά στη Ρουμανία και αίτημα για αλλαγή στρατηγικής
Στη συνέντευξη τέθηκε και το παράδειγμα της Ρουμανίας, όπου, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Ανδρέας Φίλιας, εφαρμόζεται εμβολιασμός κατά της ευλογιάς. Ο ίδιος υποστήριξε ότι η πολιτεία οφείλει να εξετάσει εναλλακτικές λύσεις, εφόσον η μέχρι σήμερα στρατηγική δεν αποδίδει τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι οι τελικές αποφάσεις για τον εμβολιασμό και τη διαχείριση της νόσου ανήκουν στην επιστημονική κοινότητα και όχι στους πολιτικούς προϊσταμένους των Περιφερειών.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι δεν γνωρίζει ποιες δεσμεύσεις ενδέχεται να υπάρχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ούτε μπορεί να επιβεβαιώσει έγγραφα που κυκλοφορούν στο διαδίκτυο και αποδίδουν τις συγκεκριμένες οδηγίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Ήρθε η ώρα να πάρουμε γενναίες αποφάσεις»
Ο Ανδρέας Φίλιας ξεκαθάρισε ότι η Περιφέρεια βρίσκεται στο πλευρό των κτηνοτρόφων και ότι, εφόσον υπάρξουν κινητοποιήσεις, η στάση της θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες και τα αιτήματα που θα τεθούν. Επισήμανε, ωστόσο, ότι οι διαμαρτυρίες πρέπει να απευθύνονται κυρίως προς εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις.
Το μήνυμά του προς το υπουργείο ήταν σαφές: απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στους ελέγχους, αξιολόγηση των επιστημονικών δεδομένων και επανεξέταση των επιλογών, ώστε να μη βρεθούν αντιμέτωποι με νέες απώλειες παραγωγοί που ήδη δοκιμάζονται.
Η ανησυχία, όπως σημείωσε, δεν αφορά μόνο τους κτηνοτρόφους, αλλά και τους καταναλωτές, καθώς οι εξελίξεις στον κλάδο επηρεάζουν την παραγωγή και την επάρκεια βασικών προϊόντων. «Ήρθε η ώρα να πάρουμε γενναίες αποφάσεις», τόνισε, ζητώντας ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος και όχι μέτρα που ενδέχεται να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο έναν ήδη πιεσμένο κλάδο.









