Σοβαρά ερωτήματα για την ασφάλεια και τη λειτουργία του Γενικό Νοσοκομείο Μεσολογγίου θέτει η Βάνα Πατρινού, με αφορμή την πυρκαγιά που εκδηλώθηκε το βράδυ του Σαββάτου σε πτέρυγα του ιδρύματος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΔΥΤΙΚΑ FM 92,8 και την Δήμητρα Λαοπόδη.
Η κ. Πατρινού περιέγραψε μια «άκρως επικίνδυνη και αγχωτική» κατάσταση, επισημαίνοντας ότι η εκδήλωση φωτιάς σε νοσοκομειακό χώρο, όπου νοσηλεύονται ασθενείς με σοβαρά προβλήματα υγείας, συνιστά από τη φύση της κρίσιμο περιστατικό. Όπως ανέφερε, η πυρκαγιά ξέσπασε στον δεύτερο όροφο, στην πτέρυγα της Χειρουργικής Κλινικής, η οποία τελούσε υπό ανακαίνιση στο πλαίσιο έργων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Σύμφωνα με την ίδια, στον ίδιο όροφο είχε τεθεί εκ νέου σε λειτουργία, μόλις λίγες ημέρες πριν, η πτέρυγα της Καρδιολογικής Κλινικής, όπου ήδη νοσηλεύονταν ασθενείς. Η φωτιά, όπως είπε, συνοδεύτηκε από μεγάλη παραγωγή καπνού, με αποτέλεσμα να μειωθεί δραστικά η ορατότητα σε μεγάλο τμήμα του νοσοκομείου.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην Παθολογική Κλινική, που βρίσκεται στον υπερκείμενο όροφο και φιλοξενεί, όπως σημείωσε, βαριά περιστατικά, μεταξύ των οποίων ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα. «Η εισπνοή καπνού μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές, τόσο από τη θερμοκρασία όσο και από τα χημικά παράγωγα της καύσης», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι ενδεχόμενες συνέπειες μπορεί να αφορούν όχι μόνο τους νοσηλευόμενους αλλά και το προσωπικό.

Η εκκένωση των κλινικών πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με την περιγραφή της, με τη συνδρομή ιατρών και νοσηλευτών, ενώ τέσσερις ασθενείς που κρίθηκαν πιο επιβαρυμένοι διακομίστηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν προσωρινά στο ισόγειο και στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, έως ότου κριθεί εφικτή η επιστροφή τους στους θαλάμους.
Η κ. Πατρινού έθεσε ερωτήματα ως προς το κατά πόσο τηρήθηκαν πλήρως τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα εκκένωσης και επαναλειτουργίας, αλλά και ποιος έδωσε την εντολή επιστροφής των ασθενών στους ορόφους, επισημαίνοντας ότι –όπως είπε– δεν υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη πραγματογνωμοσύνη της Πυροσβεστικής για τα αίτια και τις επιπτώσεις της πυρκαγιάς.
Αναφορά έκανε και στη δήλωση του Υπουργού Υγείας περί ενδεχόμενης δολιοφθοράς, σημειώνοντας ότι οποιαδήποτε εκτίμηση για τα αίτια θα πρέπει να βασίζεται σε επίσημα πορίσματα των αρμόδιων αρχών. «Όταν δεν έχει ολοκληρωθεί η πραγματογνωμοσύνη, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, περιέγραψε κλίμα «μουδιασμένο» στο εσωτερικό του νοσοκομείου, με το προσωπικό –ιατρικό, νοσηλευτικό, τεχνικό και βοηθητικό– να καταβάλλει, όπως είπε, υπεράνθρωπες προσπάθειες για την αποκατάσταση της λειτουργίας. Ιδιαίτερη μνεία έκανε στις καθαρίστριες και στο τεχνικό τμήμα, που επιχείρησαν σε συνθήκες πίεσης να διαχειριστούν ζητήματα υδάτων, καπνού και ηλεκτρολογικών ελέγχων.
Η ίδια επεσήμανε ότι η υποστελέχωση του νοσοκομείου αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα, θέτοντας ζήτημα επάρκειας προσωπικού ενόψει αυξημένων αναγκών, ιδίως σε περιόδους με αυξημένη επισκεψιμότητα στην πόλη.
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι προτεραιότητα αποτελεί η διασφάλιση της υγείας ασθενών και εργαζομένων, ζητώντας σαφείς απαντήσεις για τα αίτια της πυρκαγιάς, την κατάσταση των υποδομών και το επίπεδο ασφάλειας του νοσοκομείου. «Όταν δεν γνωρίζεις τι ακριβώς συνέβη, δεν μπορείς να διασφαλίσεις ότι δεν θα επαναληφθεί», ανέφερε, επισημαίνοντας την ανάγκη για επίσημα πορίσματα και θεσμική ενημέρωση.








